Dubium

Just another WordPress site

Η αδυναμία του κώδικα


05/08/2014


writer

Για να μιλήσουμε για την τέχνη μάλλον πρώτα θα έπρεπε να την ορίσουμε. Για να μιλήσουμε για την πολιτική θα έπρεπε να κάνουμε το ίδιο. Έλα όμως που και τα δυο είναι πολύ δύσκολο να οριστούν. Τόσα ρεύματα σκέψης και τέχνης, τόσες θεωρητικές απόψεις για τη φύση της πολιτικής και του Πολιτικού. Δεν έχω φυσικά την φιλοδοξία να ορίσω στην παρούσα ομιλία ούτε την τέχνη, ούτε την πολιτική.  Δεν έχω τις γνώσεις. Μήτε όμως και τη διάθεση να πετσοκόψω δυο έννοιες για να τις χωρέσω σε έναν ορισμό.

Θα προσπαθήσω μονάχα να σας παραθέσω τις δικές μου, πιθανότατα αυθαίρετες, εντυπώσεις σχετικά με μια ιδιότητα της τέχνης που βρίσκω άκρως θεραπευτική, πολύ περισσότερο σημαντική στην παρούσα κατάσταση της πολιτικοκοινωνικής κατάρρευσης. Αυτή η ιδιότητα της τέχνης που τόσο με συναρπάζει είναι η ικανότητά της να δημιουργεί σχέσεις και ερμηνείες. Όπως ξέρετε  τα πάντα είναι σχετικά. Τα πάντα, δηλαδή, αφορούν στη σχέση μας μαζί τους και νοηματοδοτούνται από αυτή τη σχέση. Ερμηνεύουμε ένα αντικείμενο, ένα τραπέζι, ένα βιβλίο, μια συμπεριφορά, μια ιδέα βάσει του νοήματος που δίνει η κοινωνία μας σε αυτά, βάσει  της εικόνας που σχηματίζει  το περιορισμένο περιβάλλον μας γι’ αυτά. Οι λέξεις και οι έννοιες, τα πράγματα είναι όλα κενά. Το περιεχόμενο φτιάχνεται από τις αναμνήσεις και τη μάθηση και είναι κοινωνικά καθορισμένο.

Αυτό λοιπόν δημιουργεί η τέχνη. Έναν κώδικα επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων. Έναν κώδικα που άλλες φορές δικαιολογεί, σταθεροποιεί και αναπαράγει μια κυριαρχία και άλλες φορές έναν κώδικα που υπονομεύει  αυτήν την κυριαρχία.

Αυτόν τον υπονομευτικό χαρακτήρα της τέχνης εικάζω πως χρειαζόμαστε σήμερα. Μια τέχνη που σε μια κοινωνία που καταρρέει επιθυμεί να ξεφύγει από τα εννοιολογικά κάτοπτρα που έστησαν γύρω της. Μια τέχνη που μπορεί να δημιουργήσει συλλογικές εικόνες και κώδικες επικοινωνίας που αμφισβητούν τις υπάρχουσες σημασίες και ανασταίνουν τη δυνατότητα επιλογής ενός άλλου νοήματος, και μιας άλλης κοινωνικής δομής. Μια τέχνη που σταματά να δικαιολογεί ότι δεν μπορεί πια να δικαιολογηθεί, και αναζητά μια νέα σύντηξη όλων αυτών των αποκλεισμένων. Θα έπρεπε ίσως λοιπόν η τέχνη πρώτα να στοχαστεί γύρω από τις πρακτικές της, τον χώρο της, τον τρόπο της και τον ακροατή της.  Να δημιουργήσει έναν κώδικα που παρακάμπτει την ετερογένεια του πλήθους και αποκαλύπτει την ομοιότητα μέσα από τη διαφορά μας.

Θα ήθελα ωστόσο σε αυτό το σημείο να μιλήσω για κάποιους καλλιτέχνες που σαρκάζουν αυτή την πίστη μας στον κώδικα, που μας υπενθυμίζουν πόσο αδύναμη είναι η γλώσσα μας. Ας μιλήσουμε για αυτή την άλλη τέχνη. Την τέχνη που ομολογεί την αδυναμία της απόλυτης επικοινωνίας, την αδυναμία δημιουργίας ενός ενιαίου κώδικα.

Μια τέχνη η οποία αναγνωρίζει ό,τι οι οπτικές από τις οποίες εξετάζουμε τα πράγματα, οι κοινωνικές θέσεις από όπου καταδικασμένοι φιλτράρουμε και παρακολουθούμε τα πεπραγμένα, πολλές φορές είναι τόσο διαφορετικές , που ακόμα και κάτι που μοιάζει ενιαίο, είναι κατακερματισμένο. Αυτό το ενιαίο είναι απλά μια αυταπάτη. Μια εικόνα που σε μια μικρή κοινωνική εμβέλεια, έχει νικήσει όλες τις άλλες επιλογές και έχει επιβάλλει την αυταπάτη της αλήθειας της.

Πολλές φορές δεν έχουμε αναρωτηθεί γιατί οι άλλοι δε βλέπουν αυτό που βλέπουμε εμείς; Πολλές φορές δεν περιφρονούμε όσους προσπαθούν να αμφισβητήσουν τις έννοιες που έχουμε σχηματίσει για τα πράγματα; Για κάποιους τέτοιους καλλιτέχνες, που μας προκαλούν αυτή τη δυσφορία και αβεβαιότητα, θα μιλήσω παρακάτω.

Ένα πράγμα, ένα πρόσωπο, πόσο μάλλον μια ιδέα πολλές φορές δεν κωδικοποιούνται σε κάτι κοινώς κατανοητό, και η προσπάθειά αυτής της κωδικοποίησης καταλήγει συνήθως σε μια απλή παραδοχή της αδυναμίας της.
Ο κυβισμός θα μπορούσαμε να πούμε πως κάνει κάτι τέτοιο. Μας δείχνει στο ίδιο πλαίσιο, πολλές οπτικές του ίδιου πράγματος, αλλοιώνοντας τη μορφή του. Η παραμόρφωση αυτή ίσως είναι μια ομολογία των κυβιστών για τη μοίρα κάθε προσπάθειας να ενώσουμε όσα δεν ενώνονται. Είναι μάταιο.  Παρ’ όλα αυτά πολύ όμορφο και αφυπνιστικό.

Στην εισαγωγή του βιβλίου «Οι λέξεις και τα πράγματα» ο Μισέλ Φουκώ παραθέτει ένα γνωστό απόσπασμα από ένα δοκίμιο του Λουίς Μπόρχες, που φέρει τον τίτλο Η Αναλυτική Γλώσσα του Τζον Ουΐλκινς. Στο απόσπασμα αυτό συναντούμε ίσως ακριβώς αυτή την αδυναμία να βρούμε ένα κοινό έδαφος για να ορίσουμε τα πράγματα και το οποίο όπως ο ίδιος ο Φουκώ ομολογεί, του προκαλεί σπαρακτικά γέλια μαζί με μια δικαιολογημένη σύγχυση.

Γράφει λοιπόν ο Μπόρχες μαζί με άλλα :

« τα ζώα χωρίζονται σε:

αʹ) αυτά που ανήκουν στον Αυτοκράτορα

βʹ) τα βαλσαμωμένα

γʹ) τα εκπαιδευμένα

δʹ) τα γουρούνια

εʹ) τις σειρήνες

ϛʹ) τα μυθικά

ζʹ) τα αδέσποτα σκυλιά

ηʹ)όλα τα συμπεριλαμβανόμενα σε αυτήν την κατηγοριοποίηση

θʹ) τα τρεμάμενα σαν τρελά

ιʹ) τα αμέτρητα

ιαʹ) τα χτενισμένα με βούρτσα φίνας καμηλότριχας

ιβʹ) και τα λοιπά

ιγʹ) αυτά που μόλις σπάσανε το βάζο

ιδʹ)και αυτά που από απόσταση φαντάζουν σαν μύγες»

Όπως καταλαβαίνετε. Τα ζώα του βασιλιά με την κοινή μας γλώσσα δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν λογικά. Σε αυτή την παράξενη κατηγοριοποίηση που επιχειρεί ο Μπόρχες,  η μια κατηγορία εγκιβωτίζεται μέσα στην άλλη, καταργείται ο κοινός τόπος πάνω στον οποίο θα μπορούσαν να ξεδιπλωθούν οι έννοιες σε μια λογική σειρά. Δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει σειρά. Οι λέξεις είναι ένα χάος και όποιος προσπαθήσει αυτό το χάος να το εκλογικεύσει, θα πρέπει να είναι έτοιμος να το κάνει με νυστέρι. Θα πετσοκόψει, θα ακρωτηριάσει, θα επιλέξει. Και επιλογή σημαίνει απόρριψη. Δεν μπορεί κανείς να τα επιλέξει όλα, καθώς αν όλα μπορούσαν να επιλεγούν, η λέξη επιλογή δεν θα υπήρχε. Επιλέγω κάτι, μόνο όταν υπάρχει κάτι άλλο που απορρίπτω με αυτήν την επιλογή μου.

Ο Χάινερ Μίλλερ, ένας σπουδαίος γερμανός θεατρικός συγγραφέας, μαθητής του Μπρέχτ, στο αριστουργηματικό του έργο Οράτιος –που και εγώ ανακάλυψα μόλις πρόσφατα-, ομολογεί ακριβώς αυτό που προανέφερα . Ο ήρωας Οράτιος επιλέγεται να μονομαχήσει για τη Ρώμη, απέναντι στον άνδρα της αδελφής του, Κουριάτιο, που είναι ο μονομάχος της αντίπαλης μεριάς. Αφού νικά και σκοτώνει τον Κουριάτιο σώζοντας τη Ρώμη, ο Οράτιος επιστρέφει στην πόλη τιμώμενος σαν θεός. Όταν όλοι τον αποθεώνουν όμως η αδελφή του θρηνεί για τον χαμένο συζυγό της. Και σε μια πράξη πάθους ο Οράτιος την σκοτώνει. Και έτσι είναι πια, ταυτόχρονα, αυτός που έσωσε τη Ρώμη, και αυτός που διέπραξε τον απεχθή, για τα ρωμαϊκά ήθη, φόνο της αδερφής του.

Αν τιμωρηθεί ο φονιάς, τιμωρείται ο σωτήρας,
αν τιμηθεί ο σωτήρας τιμάται και ο φονιάς.

Και ο ρωμαϊκός λαός αδυνατεί να ομοφωνήσει. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Οι οπτικές των μερών που αποτελούν αυτόν τον ετερογενή λαό ήταν διαφορετικές, το ίδιο και οι θέσεις τους. Και το συμπέρασμα είναι αδύνατο. Η καθολική απόφαση είναι αδύνατη. Κάθε ετυμηγορία αυτοαναιρείται. Να σκοτωθεί ο φονιάς μα και σωτήρας  ή να τιμηθεί ο σωτήρας μα και φονιάς; Ο ίδιος άνθρωπος δεν είναι ένας, οι πράξεις που πράχθησαν από το ίδιο σώμα δημιουργούν μια σύγχυση στους θεσμούς που δεν μπορούνε οι ρωμαίοι να υπερβούν. Κάθε επιλογή θα πρέπει να απορρίψει, να στρουθοκαμηλίσει. Κάθε απόφαση είναι μια συνειδητή προσαρμογή της αλήθειας στα μέτρα μας.         Και η τελική απόφαση των ρωμαίων μοιάζει κάτι σαν κυβιστικό έργο. Είναι παραμορφωτική γιατί προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Ο Οράτιος τιμάται πρώτα σκοτώνεται έπειτα.

20090421-ceci-nest-pas-une-pipe-rene-magritte

Τώρα θα σας πάω στην ομολογία ενός άλλου καλλιτέχνη, του René Magritte, ο οποίος στο έργο του «Η προδοσία των εικόνων», παρουσιάζει μία καπνιστή πίπα σαν μοντέλο για διαφήμιση μαγαζιού καπνού. Ακριβώς από κάτω γράφει («Αυτή δεν είναι μια πίπα»). Μοιάζει οξύμωρο. Δεν είναι. Είναι μια υπόνοια που αφήνει ο Magritte. Την υπόνοια πως στην κυριολεκτική αυτή αναπαράσταση υπάρχει κάτι μη αναπαραστάσιμο. Κάτι άφατο και ασύλληπτο. Κάτι που παραμένει αφανές, που αδυνατεί να αναπαρασταθεί από την εικόνα, αδυνατεί να συμβολοποιηθεί πλήρως, ενώ οι λέξεις απλώς διατυπώνουν την παραδοχή της αδυναμίας τους να συλλάβουν την πληρότητα του Πραγματικού.

Όταν πρόσφατα γυρίσαμε ένα ντοκιμαντέρ με τα παιδιά για την  Ουτοπία συλλάβαμε ένα ουτοπικό παράδοξο. Στις ουτοπίες ο πίνακας του Magritte δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Και αν υπήρχε σίγουρα θα έγραφε. « Αυτή είναι μια πίπα ». Οι Ουτοπίες που εξετάσαμε έχουν μια συγκεκριμένη μορφή. Είναι κόσμοι κλειστών, αυτοαναφορικών ηθικών συστημάτων. Τόποι δήθεν τέλειοι, εύτακτοι και πειθαρχημένοι κατοικήσιμοι από τέλεια όντα, όπου η Απόλυτη Αλήθεια και η απόλυτη αρμονία έχουν βρεθεί. Κοινωνίες όπου έχει συντελεστεί η επανάσταση και έκτοτε όλα έχουν αποκαλυφθεί.

Τι θα μπορούσε να κάνει λοιπόν ένας πίνακας του Magritte σε αυτή την Ουτοπία; Τι ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει η τέχνη στην ουτοπία; Η ίδια η τέχνη στον κόσμο μας δεν είναι μια φυγή, ένα παράθυρο που μας επιτρέπει τον απεγκλωβισμό από την κοινωνική πραγματικότητα του παρόντος; Δεν είναι ένα όνειρο που μας οδηγεί εκεί που θα θέλαμε να είμαστε, που μας επιτρέπει να φύγουμε από το εδώ που δεν επιθυμούμε να βρισκόμαστε; Που δείχνει τα κακώς κείμενα του παρόντος και επιτρέπει στην αμφιβολία να ανθίσει; Τι λοιπόν θα μπορούσε να κάνει η τέχνη στην ουτοπία πέρα από το να την αναπαραστήσει; Το τέλειο δεν μπορεί να γίνει τελειότερο, δεν μπορεί να γίνει αρμονικότερο, και φυσικά θα ήταν ασυγχώρητο να υποσκαφθεί, καθώς αυτός που θα την υπέσκαπτε θα ήταν ακατάλληλος για την τελειότητα. Ένα μικρόβιο που θα έπρεπε να εξαλειφθεί ή να αναπροσαρμοστεί για να μην απειλήσει και την τελειότητα των υπολοίπων. Το τέλειο μπορεί μονάχα, αφού επιτεύχθηκε να αναπαρασταθεί. Η πίπα του Magritte στην Ουτοπία που εξετάσαμε θα είναι σίγουρα μια πίπα και τίποτα λιγότερο.

Μπορούμε να θυμηθούμε την αντιμετώπιση που επεφύλασσαν οι ιστορικές ουτοπίες στους καλλιτέχνες. Το κάψιμο των βιβλίων στη Ναζιστική Γερμανία ή την εξορία πρωτοποριακών καλλιτεχνών που δε συμβιβάστηκαν με τη μορφή που έλαβε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Η τελειότητα κάθε ουτοπίας, είναι μια συγκεκαλυμμένη εξουσία, που πετσοκόβει τις έννοιες και εξορίζει ότι αμφισβητεί τη σταθερότητά της.

Αυτό που όλοι οι καλλιτέχνες τούτοι προσπαθούν να μας πουν (ο Μπόρχες, ο Μαγκριτ, ο Μίλλερ και άλλοι πολλοί) ίσως είναι πως δεν μπορούμε να συλλάβουμε την αλήθεια. Δεν υπάρχει Αλήθεια. Δεν υπάρχει μια γυμνή, αόρατη αλήθεια, που έρχονται οι λέξεις, να μιλήσουν γι’ αυτήν, να την αγκαλιάσουν και να την φέρουν στο φώς, μέσα σε ένα μεταξωτό ολόφωτο πέπλο. Οι αλήθειες γράφονται με μικρό και βρίσκονται σε αριθμό πληθυντικό. Είναι πολλές, πολλές φορές αντικρουόμενες και σαφέστατα σχετικές. Προκύπτουν δηλαδή από τις θέσεις και τις σχέσεις που έχει αυτός που μιλάει, με τα πράγματα.

Όταν λοιπόν υπάρχει μια τέτοια αντίφαση, μέσα σε ένα κοινώς ορατό και απτό πράγμα, όταν ένας άνθρωπος προκαλεί στους άλλους την αδυναμία να βγάλουν ένα ασφαλές συμπέρασμα, τι συμβαίνει με τις λέξεις που είναι εγγενώς τόσο χαώδεις, τόσο αχανείς, ακαθόριστες και παράλληλα θεμελιώδεις για τον δυτικό πολιτισμό;  Μιλώ για λέξεις όπως Ελευθερία, ισότητα , αδελφότητα.

Η δύναμη μιας λέξης κρύβεται στις εικόνες που φέρνει στο νου. Εικόνες ενός εξιδανικευμένου ή αξιοκαταφρόνητου παρελθόντος, ενός ικανοποιητικού ή δυσάρεστου παρόντος, ενός διαφορετικού ή αμετάλλακτου μέλλοντος. Οι εικόνες που προκαλούν τον πόθο μιας αλλαγής ή την αποτροπή της με τη δικαιολόγηση ενός συστήματος.

Σήμερα εικάζω πως μας έχουν χαράξει το πλαίσιο της σκέψης μας και εμείς πρέπει να αναζητούμε την ελευθερία, όπως η μπίλια μέσα στο φλίπερ. Ξέρετε όμως πως αν θέλουμε να παίξουμε, όπως και η μπίλια, πρέπει να δεχθούμε το πλαίσιο. Η αλήθεια υπάρχει στο παιχνίδι του πλαισίου. Το πρόβλημα είναι πως το πλαίσιο που μας έχουν χαράξει είναι στενό, ασφυκτικό και μπορεί σαφέστατα να διευρυνθεί. Ας θέσουμε όμως τα ερωτήματά μας.

– Τι μας στερεί το σημερινό πλαίσιο που μας ορίζει; Τι πλαίσιο θα μπορούσαμε να έχουμε;
– Τι και πώς μας έχουν μάθει να μαθαίνουμε;
– Πώς ερμηνεύουμε σήμερα τις θεμελιώδεις αρχές του δυτικού πολιτισμού; Ισότητα, ελευθερία, αδελφότητα. Πώς έχουν σταθεροποιηθεί αυτοί οι όροι;
– Πώς αυτή η ιζηματοποίηση αναγιγνώσκει το παρελθόν, πως διεκδικεί το ιστορικό σύμπαν, πώς εμφανίζεται ως το καλλίτερο που θα μπορούσαμε να έχουμε πετύχει; Πως δικαιολογεί τον εαυτό της;

Η ελευθερία έχει γίνει ελευθερία του αυτοκαθορίζεσθαι. Ελευθερία του να είσαι ειλικρινής σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, σε ένα καθεστώς υλικής και πνευματικής αβεβαιότητας. Δεν υπάρχει ελευθερία ζωής και επιβίωσης. Υπάρχει ελευθερία του αυτοδιαφοροποιήσθαι. Πώς όμως είσαι ελεύθερος να διαφοροποιηθείς όταν δεν είσαι ελεύθερος να ζήσεις; Αυτή η ελευθερία είναι μια προβληματική πολυτέλεια.

Η ισότητα από την άλλη έχει γίνει η ισότητα της ευκαιρίας. Θα ήταν νοσηρό να αποζητάμε την ισότητα ως ομοιότητα, όσο νοσηρό είναι να περιορίζουμε την ισότητα σε μια ισότητα ευκαιριών που σαφώς δεν υπάρχει. Είναι μια χίμαιρα, που προσφέρει ένα μεγάλο άλλοθι στον κυρίαρχο λόγο, απέναντι σε όσους διεκδικούν μια άλλη εικόνα για την λέξη αυτή.

Σήμερα η κοινωνική φαντασία ξεφτίζει και αντικαθίσταται από έτοιμες εικόνες. Η επιστήμη έχει στρατευθεί στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων δομών εξουσίας, ο «ορθολογισμός» ως έννοια σφαγιάστηκε για να μετατραπεί σε εργαλείο αναπαραγωγής ανορθολογικών εξουσιαστικών δομών και καταπίεσης του διαφορετικού. Ο «ορθολογισμός» έγινε ορθολογισμός των αγορών. Η εκπαίδευση νομιμοποιεί τις χείριστες εκδηλώσεις δεσποτισμού. Η μεταδημοκρατική εξουσία που έχει νεκρώσει τους φιλελεύθερους θεσμούς παραμένει αμετακίνητη ακόμα και στην εποχή της κρίσης και ο εθνικισμός, μια παρελθοντική νοσταλγία, μια πατριωτική έξαρση, μια αναδίπλωση στην ταυτότητα εκείνη που ενέχει εγγενώς την ανάγκη επινόησης του κακού άλλου, του συμπτώματος, κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Το there is no alternative του Θατσερισμού, διατηρεί την κυριαρχία του σε όλη την Ευρώπη, εξαναγκάζοντας τους ανθρώπους που πλήττονται από την πολιτική της μόνης εναλλακτικής, να αναζητούν αντιδημοκρατικά καταφύγια, αντί να διεκδικήσουν μια διεύρυνση της πολιτικής.

Ακριβώς όμως λόγω της δυναμικής τoυ και των αντιφάσεών του ο κυρίαρχος λόγος, έχει δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που μας επιτρέπουν να δούμε όλοι τον εαυτό μας υπό τον ζυγό του ίδιου αντιπάλου. Η παγκόσμια κυριαρχία του και οι δομικές αντιφάσεις του, έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες πράγματι της συνάρθρωσης μια αντιηγεμονίας, μεταξύ πολλών δρώντων. Λαών, συλλογικοτήτων, ομάδων, πολιτών.

Αυτήν την υπέρβαση πρέπει να μας βοηθήσει η τέχνη να επιτύχουμε. Να μας κάνει να ξεφύγουμε από τον ναρκσισσισμό των μικρών διαφορών μας. Να παρακάμψουμε τις διαφορές μας και να φτιάξουμε κοινούς κώδικες απέναντι σε έναν κοινό αντίπαλο, που έχει δώσει ένα περιεχόμενο στις έννοιες, πολύ περιορισμένο και κτηνώδες.

Αυτή η νέα χάραξη  προϋποθέτει ακόμα και μια μάχη ανάμεσα στον εαυτό μας και την επισφαλή ασφάλειά μας, και στις νέες ταυτότητες που μπορούν να προκύψουν δίχως την ύπαρξή του τωρινού προβλήματος. Οι βεβαιότητες του συστήματος κατέρρευσαν. Οι αποκλεισμένοι από αυτό εγκαταλείφθηκαν και το εγκατέλειψαν.

Γι΄ αυτό πρέπει να επανεπινοήσουμε την ίδια την τέχνη, να την βγάλουμε από στενούς αποστειρωμένους περιοριστικούς χώρους, που διασκεδάζουν ένα αυτοικανοποιούμενο αυτιστικό ακροατήριο, να της επιτρέψουμε από χειραγωγήσιμο εμπόρευμα να γίνει μια εκρηκτική ύλη, μια επικίνδυνη ύλη, που αφυπνίζει ομάδες πολιτών, ώστε αυτοί να βγουν από τη μοριακή γυμνή ζωή τους και συλλογικά να δημιουργήσουν ένα άλλο μέλλον.

Αλλά πάντα θα πρέπει να θυμόμαστε πώς δεν υπάρχει Αλήθεια πίσω από την αμφισβήτηση. Υπάρχει απλά μια άλλη αλήθεια, που εικάζω πως χωρά πολύ περισσότερους από όσους χωρά η σημερινή αλήθεια και γι’ αυτό αξίζει να τη διεκδικήσουμε. Που αγκαλιάζει τους αποκλεισμένους του σήμερα και κυρίως που επιτρέπει την αμφιβολία. Αυτές τις άλλες αλήθειες μπορούμε να τις επινοήσουμε με μια κριτική στην τέχνη και μια κριτική της τέχνης.

Μας εφιστώ ωστόσο την προσοχή μέσα από ένα απόσπασμα από το ευφυέστατο και γενναίο έργο του Ντοστογιέφσκυ, το Υπόγειο, με το οποίο θα κλείσω:

Αν αγαπά τόσο την καταστροφή και το χάος (ο άνθρωπος) μήπως είναι γιατί εξ ενστίκτου φοβάται ότι θα φτάσει στον σκοπό και ότι θα τελειώσει το οικοδόμημα που άρχισε; Πού ξέρετε ίσως να μην αγαπά το οικοδόμημα παρά μόνο από μακριά, μα καθόλου από κοντά. Ίσως να θέλει να το φτάσει μα καθόλου να το κατοικήσει…
Ο άνθρωπος όμως είναι επιπόλαιο πλάσμα, ανισόρροπο, και ίσως όπως ο παίκτης του ζατρικιού, αγαπά μόνο το παίξιμο και όχι τον σκοπό του παιχνιδιού. Ίσως ο σκοπός στον οποίο τείνει η ανθρωπότητα να είναι μόνο το ακατάπαυστο παίξιμο…
Ας παραδεχτούμε πως ο άνθρωπος…. να βρει κάτι το φοβάται πραγματικά. Φοβάται στα γερά. Καταλαβαίνει πως όταν το βρει δε θα χει πια τίποτε άλλο να ζητήσει.

Νίκος Β.
Από την ομιλία στο θερινό φεστιβάλ μουσικής και τεχνών στο Κιλκίς


Facebooktwittergoogle_plusmail

Δες και αυτό


Σχόλια για το “Η αδυναμία του κώδικα


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *