Dubium

Just another WordPress site

Οι κοινωνικές κατασκευές- τρίτη ενότητα: Πολιτική- β μέρος


20/12/2013


ηγεμονία-πολιτικός-λόγος-επιστημονικά-παραδείγματα

Πολιτική και λόγος

Η πολιτική έχει συναίσθηση της χαμένης μας ελευθερίας και κάνει χρήση του σημαντικότερου κοινωνικού εργαλείου για να περάσει τα μηνύματα που επιθυμεί: του λόγου, σε όλες τις μορφές του. Ο πολιτικός λόγος είναι παραπλανητικός, όχι ωστόσο εκ φύσεως. Για να κατανοηθεί αυτό θα μπορούσαμε να προτρέξουμε σε διάφορα κείμενα θεωρητικών, ένα εκ των οποίων είναι  του Lefebvre «Αρχαίοι και νέοι Ελεάτες» όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «όταν τίθεται το ερώτημα αλήθεια ή ψέμα η γνώση δεν διστάζει. Γνωρίζει, οφείλει να απαντήσει. Είναι επιστήμη και η επιστήμη ιδρύεται και εγκαθίσταται στο απόλυτο».

Η πολιτική, λοιπόν, εφόσον αποδεχτούμε ότι  αποτελεί κοινωνική κατασκευή αντιλαμβανόμαστε, ως εκ τούτου, πως είναι επιστήμη, είναι γνώση και γνωρίζει, και για τον λόγο αυτό οφείλει να απαντήσει. Όταν, ωστόσο, στη γνώση και στην επιστήμη προστίθεται εξουσία (πλούτος, χρήμα, μεγάλα συμφέροντα και ισχυρές οικογένειες) η ίδια αλλοιώνεται, υποθάλπεται, καταπατάται. Η εξουσία αλλοιώνει, υποθάλπει, καταπατά οτιδήποτε δείχνει να απειλεί την ύπαρξή της. Η πολιτική, και άρα, ο πολιτικός λόγος είναι μια επιστήμη που αλλοιώνεται μαζί με τη γνώση, και ελέγχεται πλέον από τον εκάστοτε «δάκτυλο» που περιμένει την πρώτη ευκαιρία για χειραγώγηση της κοινωνίας. Ο δάκτυλος αυτός δεν μπορεί να είναι παρά η οικονομία- ή μάλλον η «κακή» οικονομία- ο βασικός φορέας της εξουσίας για τη σύγχρονη εποχή. Στα πλαίσια της νέο-φιλελεύθερης καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας όλα δείχνουν να υπάγονται και να λειτουργούν με βάση αυτήν. Αυτό, πιθανόν, είναι το βασικό πρόβλημα της εποχής μας, μίας εποχής κατά την οποία βασικά αγαθά, όπως η εκπαίδευση, τείνουν ολοένα και περισσότερο να αποκτούν οικονομικά κριτήρια, τα οποία δεν πληρούν όλοι, γεγονός που δημιουργεί την εντύπωση ενός άλματος προς τα πίσω. Η εκπαίδευση, ήδη, ξεκινά να απαιτεί μεγαλύτερη οικονομική άνεση από το παρελθόν και, ως αποτέλεσμα, και τουλάχιστον εμφανέστερα στην Ελλάδα- μια «απείθαρχη», για τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρα- η μεσαία τάξη συρρικνώνεται, κάνοντας τους κοινωνικούς δρώντες να αναρωτιούνται αν αποκτάμε τελικά μια κατανομή των τάξεων όπως αυτή που περιγράφεται στα μαρξιστικά κείμενα. Είναι, ωστόσο, εύλογο να ειπωθεί πως οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού φιλοδοξούν να  μετατρέψουν τη μεσαία τάξη σε εργατική  η οποία θα έχει ελάχιστη, έως και μηδαμινή, διαπραγματευτική αξία, ενώ οι ίδιοι θα εκτελούν τα βολικά καθήκοντα του κεφαλαίου; Η απάντηση της ερώτησης αυτής ίσως βρεθεί περισσότερο εύκολα και αυθόρμητα αν λάβουμε υπόψιν τα ποσοστά της συγκέντρωσης του παγκόσμιου πλούτου: πλέον το 1% του πληθυσμού κατέχει το 80% του πλούτου της γης.

Στα πλαίσια του σύγχρονου, νεοφιλελεύθερου κόσμου το πρόβλημα δείχνει- και όχι αδίκως- να προέρχεται από την ίδια αντιμετώπιση και κατανόηση του κόσμου και των βασικών κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών πεδίων με νεοφιλελεύθερα κριτήρια. Ο πολιτικός, λοιπόν, του σήμερα –ο Ηγεμόνας-  δεν μπορεί παρά να είναι προερχόμενος από τα «πάνω», από ιδιωτικά πανεπιστήμια και κολέγια, εφόσον έχει την άνεση να απολαμβάνει ιδιωτική εκπαίδευση και  εξέχουσα οικονομική θέση που θα του προσφέρει την δέουσα «μόρφωση» για να χειραγωγεί τα  πλήθη, και στον αγώνα του για την διασφάλιση της- βολικής αυτής- θέσης και της ταυτότητάς του είναι εξουσιοδοτημένος να εξαπατά, να υποσκάπτει, να αλλοιώνει οποιαδήποτε αλήθεια απειλεί να του στερήσει αυτήν την ταυτότητα. Το γεγονός αυτό οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην αποκοπή του από τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες ήδη από την πρωτογενή κοινωνικοποίησή του, ενώ δεν έχει τα ίδια έθιμα, τις ίδιες απόψεις, τα ίδια βιώματα με τα χαμηλότερα στρώματα, δεν κατέχει τη γνώση της δύναμης που παρέχει η συμφωνία και η συνεργασία στη δημιουργία των θεσμών, ώστε να είναι ικανός να τους εκπροσωπήσει αργότερα ο ίδιος. Εκείνο που μπορεί να προσπαθήσει είναι να παραλάβει τους θεσμούς, δημιουργός των οποίων είναι οι κοινωνικές ομάδες, και να τους μελετήσει (μα όχι να τους κατανοήσει), να τους αναλύσει και, εν τέλει, να δημιουργήσει κενά σημαίνοντα για να εμφανιστεί ως χαρισματικός ηγέτης, ως υπερασπιστής της τάξης, ή των τάξεων που εκπροσωπούν και επιθυμούν τα νοήματα από αυτά τα κενά σημαίνοντα. Ο απώτερος στόχος του, ο οποίος θα του επιτρέψει την αιώνια εξασφάλιση της ταυτότητάς του ως νεοφιλελεύθερου, θα είναι ο ρόλος  του Ηγεμόνα, του ηγέτη που εκπροσωπεί το έθνος, ο υπέρτατος τίτλος για τον οποίον μάχονται τα κόμματα και ο άνθρωποι που τα διευθύνουν.

Η ηγεμονία όμως δεν θα μπορέσει ενδεχομένως ποτέ να νομιμοποιηθεί και να γίνει απόλυτα αποδεκτή, διότι είναι δημιουργημένη από τα πάνω, χωρίς τη συμμετοχή των κοινωνικών ατόμων, είναι πλαστή και χωρίς νόημα, όπως πλαστά και χωρίς νόημα είναι τα επιχειρήματά της. Ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να πούμε πως μια τέτοιου είδους ηγεμονία θα μπορεί να εκπροσωπήσει και να προωθήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Εξάλλου, ο ίδιος ο όρος «θεσμός» προδίδει την καταγωγή της δημοκρατίας και, άρα, την ανάγκη προώθησης και νομιμοποίησής της από τα κάτω, από τα κοινωνικά άτομα από τα οποία δημιουργήθηκε και νομιμοποιήθηκε εξαρχής, από το «τρίτο πρόσωπο», τη νέα γενιά η οποία δημιούργησε μια ολόκληρη επιστήμη γύρω από τη γνώση που «οφείλει να απαντήσει», ενώ συνεχίζει να προωθείται και να νομιμοποιείται εκ νέου και συνεχώς από τις νέες γενιές, μέσα από την ταύτιση με τους άλλους κατά την κοινωνικοποίηση, μέχρι τις μέρες μας. Η εκμετάλλευση του όρου «δημοκρατία» και η χρησιμοποίηση των θεσμών της για την επίτευξη των στόχων του επίδοξου νέου Ηγεμόνα με μόνο τρόπο προσέγγισης των κοινωνικών ομάδων, από τις οποίες δημιουργήθηκε ο θεσμός αυτός, την ανάλυση των –ορισμένες φορές ταχύτατα μεταβλητών- επιθυμιών του πληθυσμού, δεν είναι ικανή για τίποτε άλλο παρά για τη δημιουργία μίας επιφανειακής νομιμοποίησης που πολύ σύντομα θα απονομιμοποιηθεί, ακριβώς επειδή δημιουργεί την αίσθηση της επιβολής από τα πάνω.

Τα κοινωνικά υποκείμενα αποδίδουν νόημα στα πράγματα ανάλογα με τις εμπειρίες τους και, ενίοτε, παράγουν πρότυπα, που άλλοτε μετατρέπονται σε κοινωνικές κατασκευές και άλλοτε όχι, βασισμένοι στις εμπειρίες αυτές. Υποθέτοντας πως η μεσαία τάξη θα συρρικνωθεί και θα υποχωρήσει υπό το βάρος του νεοφιλελευθερισμού και της επιθυμίας ορισμένων προσώπων- ομάδων για την θέση της Ηγεμονίας,  μέσα στα επόμενα χρόνια, είναι δυνατόν να εξάγουμε το συμπέρασμα πως δημιουργούνται ολοένα και αυξανόμενες νέες εμπειρίες, που θα προκαλέσουν κοινωνική αναταραχή και δυσαρέσκεια. Με τη σειρά της, η δυσαρέσκεια προκαλεί, αλλά και προκαλείται από την πολιτική καχυποψία και εν τέλει είναι ικανή να δημιουργήσει νέους θεσμούς, νέα πρότυπα με βάση τα οποία θα κληθούν να δρουν και να αποφασίζουν τα άτομα στα όρια της κοινωνικής ζωής. Σε προηγούμενες εποχές η εν λόγω δυσαρέσκεια στάθηκε ικανή να προκαλέσει κοινωνική ανατροπή, γεγονός το οποίο φαίνεται απίθανο για τα σημερινά «καλομαθημένα», κατά τους σημερινούς «ευεργέτες» της ανθρωπότητας,  κοινωνικά στρώματα. Οι θεσμοί όμως, καθώς διαφαίνεται από την ιστορική εμπειρία, είναι μοιραίο να αλλάζουν- συνήθως πολύ αργά και δύσκολα-  όταν δεν εξυπηρετούν τις κοινωνικές ανάγκες της εκάστοτε χρονικής περιόδου.

Η κοινωνική βούληση μπορεί να μετατρέψει τους θεσμούς της, όχι μέσω της πειθούς ενός Ηγεμόνα, αλλά μέσω της συνεννόησης και της συνεργασίας, η οποία βρίσκεται κρυμμένη πίσω από τον φόβο των οικονομικών καταβολών, πάνω στον οποίο στηρίζονται οι σύγχρονοι πολιτικοί. Αυτό που, κατά την άποψή μου, ξεχνούν αυτοί οι ευεργέτες, είναι πως όταν τα ατομικά υποκείμενα δεν έχουν τίποτα πλέον να χάσουν, ο φόβος τους εξαφανίζεται μαζί με την υπακοή τους.

Δείτε το α μέρος εδώ

Άλμπα-Μαρία Γκρέμπι


Facebooktwittergoogle_plusmail

Δες και αυτό


Σχόλια για το “Οι κοινωνικές κατασκευές- τρίτη ενότητα: Πολιτική- β μέρος


  1. DubiumDubium says:

    […] Δείτε το β μέρος εδώ […]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *