Dubium

Just another WordPress site

Ιστορίες Θεσσαλονίκης, μέρος πρώτο


01/09/2013


Αγάπη μου, τα λεωφορεία καίγονται ομορφότερα από τις τράπεζες, ρώτα τον ΟΑΣΘ

Το λεωφορείο – κάρβουνο κι εγώ                                         

Μετά από πολλή σκέψη για το αν θα δεχόμουν να βγω με την άσπονδη φίλη των παιδικών μου χρόνων στο κέντρο της πόλης, αποφάσισα να πω «ναι», για να εξαλείψω πια αυτόν τον αέρα σνομπισμού που πάντα με διακατέχει όταν πρόκειται για τις διαπροσωπικές μου σχέσεις με άτομα όχι και τόσο ενδιαφέροντα.

 Ξεκίνησα να ετοιμάζομαι, μπήκα με το πάσο μου στο μπάνιο, βαφόμουν για περίπου τρεις αιώνες, για άλλους τόσους έψαχνα τί να βάλω, αρωματίστηκα, έκανα τη συγκάτοικό μου, που είναι κι αυτή ένα εξίσου τρελό φοιτητάκι της γκράντε Θεολογικής ΑΠΘ να αναφωνήσει «σιγά παιδί μου, θα λιποθυμήσω μ’αυτό το εντομοκτόνο που ψέκασες» και εκνευρισμένη έφυγα.

Περίμενα το αστικό νούμερο έξι γύρω στα δέκα λεπτά, όταν είδα ότι δε θα ερχόταν ποτέ πήγα να πάρω τσιγάρα, το λεωφορείο ήρθε κι έφυγε, εγώ ούτε που το κατάλαβα, περίμενα το επόμενο, το οποίο σύντομα ήρθε, μπήκα, έβαλα τα ακουστικά μου και μια γριά ντυμένη λατέρνα (βλέπε κάτι από βιντάζ  Ζαν Πολ Γκοτιέ) ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

«Η ζωή είναι ωραία», σκέφτηκα όταν φτάναμε κέντρο, βλέποντας τις καλοκαιρινές βιτρίνες και ακούγοντας το καλοκαιρινό μου πλέιλιστ. Η ζωή ήταν όντως ωραία, τρία δευτερόλεπτα πριν η γριά αρχίσει να φωνάζει «φωτιά, φωτιά!!».

Όπως θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, το πίσω μέρος του αγαπημένου αστικού  6, που εδώ και μήνες είχε αναλάβει τα σούρτα φέρτα μου στην πόλη,  είχε πάρει φωτιά, διόλου σπάνιο φαινόμενο, και όλοι έτρεχαν να σωθούν – πήρε φωτιά ο κώλος μας ένα πράμα. Η γριά με το πλέον καψαλισμένο μαλλί-λάχανο έτρεμε όταν κατάφερα να βγω (είναι γεγονός πως σε τέτοιες περιπτώσεις αφήνω πρώτα τα αξιοθέατα αυτού του κόσμου να βγουν, διότι αν δε βγουν εγώ θα έχω έλλειψη πηγών για σχολιασμό, οπότε, εκτός από τη γριούλα, βοήθησα και μία στραβοχυμένη πλατινομαλλούσα με με λαμέ δωδεκάποντη γόβα (φορεμένη στις έξι το απόγευμα) να κατέβει πριν γίνει κάρβουνο με στραμπουληγμένα πόδια). Ονόμασα τη γριά «κυρία Τούλα», εμπνευσμένη από το δικό μου «θεία Σούλα» και λόγω του ότι σκέφτηκα πως ο κλώνος της θα μπορούσε να γίνει η δική μου κολλητή, όταν με το καλό φτάσω τα 85, και, χρειαστώ μία φιλενάδα λίγο πιο λαϊκή, για να είμαι και πάλι εγώ αυτή που θα σαγηνεύει τα πλήθη (των ανδρών), παρά το γήρας. Έπειτα τη ρώτησα αν ήθελε βοήθεια και μου είπε να καλέσω το γιο της. Απέφυγα την ερώτηση «Μήπως ο γιος σας έχει what’s up?» και κατευθύνθηκα στο πλησιέστερο περίπτερο.

Ο θρασύτατος περιπτεράς δε μ’ άφηνε να μπω μέσα για να τηλεφωνήσω, όσο κι αν τον διαβεβαίωνα ότι είχα αγοράσει προηγουμένως τσιγάρα από άλλο περίπτερο, επομένως ήμουν κομπλέ  και δεν επρόκειτο να του κλέψω τίποτα, οπότε αναγκάστηκα να μπάσω τη γριά να τηλεφωνήσει, η οποία πρέπει να είχε ξεπεράσει τα τρία εγκεφαλικά και να κόντευε στο τέταρτο, πράγμα που ο  τύπος μάλλον αντιλήφθηκε λόγω του ψιλοστραβωμένου στόματός της (να δείτε που αν δεν την άφηνε να μπει , θα στράβωνε και το δικό μου στόμα με τον ίδιο τρόπο), κι έτσι τη λυπήθηκε. Πήρε αυτή λοιπόν το γιο, ο οποίος σε ένα εικοσάλεπτο εμφανίστηκε .

Ίδιος η μαμά του, στο λίγο πιο «παίζω κλαρίνο στην Ιερά Οδό» οδηγώντας  μία κόκκινη Πόρσε με λεντάκια στο πίσω μέρος, μου συστήθηκε ως «Γιάννης-μοντέλο», εγώ του συστήθηκα ανώνυμα, ως «ελπίζω η μαμά σας να συνέλθει σύντομα από το σοκ», και είπαμε «καλό βράδυ», αφού αρνήθηκα την πρόταση να με πετάξει κάπου (τα μπράτσα τύπου Γολιάθ, έκαναν τη χρήση του μέλλοντα του ρήματος «πετάω» αρκετά απειλητική, οπότε εμπιστεύθηκα τα καινούργια μου πέδιλα για να με περπατήσουν ως τον προορισμό μου).

Συνέχισα λοιπόν να περπατάω μόνη κι έρημη, και μόλις έφτασα στη Ζεύξιδος  (γιατί αν δε λουστείς αυτά που κοροϊδεύεις , στην προκειμένη τους φλωροδρόμους, δεν αποκτάς πείρα απ’ τη ζωή) είδα τη φίλη-φίδι  μου με το νέο της αμόρε να με χαιρετάει με το γνωστό βλέμμα ευδαιμονίας, για να μην πω δαιμονίας σκέτο, και μέσα στην απογοήτευση που για άλλη μία φορά είπα ναι στην άνοστη παρέα εξίσου άνοστων ατόμων, κάθισα στο κάπως wannabe ουρμπανιστικό καφέ. Όταν ήρθε η wannabe ουρμπανίστρια σερβιτόρα και με ρώτησε τι θα ήθελα, παρήγγειλα ένα ice-tea διότι σκέφτηκα πως δεν είναι καιρός για μεγάλα ανοίγματα. Τότε, η άσπονδη φίλη, την οποία προτείνω να ονομάσουμε Μένη από το «μαλακισμένη», άρχισε να εξιστορεί τα ακαδημαϊκά κατορθώματα ατόμων που μέχρι την εφηβεία μου γνώριζα, αλλά μεγαλώνοντας και συνειδητοποιώντας την τραγικότητά τους, είχα φροντίσει να ξεγράψω από τη μνήμη μου. Ξέρετε, σε στυλ «Ο Λάκης είναι στη Σουηδία και σπουδάζει μάρκετινγκ και οικονομικά και μάνατζμεντ και νομικά και κάνει και PhD στην αστροφυσική , ο Σάκης είναι στην Αγγλία και έγινε μεγάλος και τρανός και τον θέλουν όλα τα πανεπιστήμια για να διδάξει, η Λίτσα είναι στον Καναδά και έχει ήδη αρχίσει να βγάζει εισόδημα πάνω από χίλια δολάρια το μήνα κτλ κτλ»

Και τότε, μου ήρθε η εξής σκέψη στο νου:

«Αν όλοι όσοι κάποτε κορόιδευες για την έλλειψη προσόντων και τη βαρετή συντροφιά τους έχουν γίνει κάποιοι, την ώρα που εσύ πασχίζεις να βρεις τι θα κάνεις με τη δική σου ζωή, την οποία περνάς σε μία σχολή που δεν ξέρεις αν σου ταιριάζει και με ανθρώπους που επίσης δεν ξέρεις αν σου ταιριάζουν, γιατί δεν επικεντρώνεσαι στο να βρεις ένα στόχο για σένα, αντί να χαραμίζεις την θετική ενέργειά σου συγχρωτιζόμενη με κάθε είδους φαντασμένο και ανόητο πλάσμα;»

Αυτό ήταν. Έβγαλα τα τρία πολύτιμα ευρώ μου από τη τσέπη (αρνούμαι να χρησιμοποιήσω πορτοφόλι για πολλούς και διάφορους λόγους, κυρίως λόγω του κατ’ επίφασην αριστερού μου προφίλ), τα άφησα πάνω στο τραπέζι με ύφος «το προλεταριάτο δε θα προσκυνήσει ποτέ τους γονείς σας, νεόπλουτα ζώα» (ω, κατά βάθος είμαι αρκετά bourgeois, όλα αυτά είναι δηλώσεις εντυπωσιασμού), σηκώθηκα από το σκάρτο τραπεζάκι που έγερνε, φόρεσα τα γυαλιά ηλίου της γιαγιάς μου (σιγά μη μας πάρει τις οικονομίες ο γιαλαντζί ιταλός, Γιάννης Βεντούρης) και κατευθύνθηκα προς την πλησιέστερη στάση.

Στο δρόμο αποφάσισα:

«Από εδώ και πέρα, ο σκοπός της ζωής μου θα γίνει το να σώζω γριές από τις φωτιές των λεωφορείων του ΟΑΣΘ. Πολύ πιο χρήσιμο από το να είναι κανείς δικηγόρος στη Σουηδία».

                                                                                                                                                                                                                                                     Η Θεία Σούλα


Facebooktwittergoogle_plusmail

Δες και αυτό


Σχόλια για το “Ιστορίες Θεσσαλονίκης, μέρος πρώτο


  1. βαρεμενος says:

    ωραιο το post,ταλεντο στο γραφειν η θεια , αλλα- ολα κιολα- λιγα λογια για τους δικηγορους ,ειδικα αυτους του εξωτερικου που θεος γνωριζει τι ακριβως τραβουν στην πολυεθνικη οπου και εργαζονται.καλησπερα και..βοηθεια μας.(περιμενω με αγωνια το PART TWO)

  2. Θεία Σούλα says:

    Το ότι κάποιος “βαρεμένος” διαβάζει τούτη τη στήλη δεν είναι και το πιο ενθαρρυντικό σημάδι, παρ’όλ’αυτά, ευχαριστώ θερμά, κέρδισες κι εσύ μία θέση στη μπουρζουαζία του φαν κλαμπ μου. Δε θα σας απογοητεύσω, το παρτ-τού (δεν έχει τρίτη συλλαβή,πονηρέ)θα καταφθάσει σε λίγο καιρό. Οσο για τους δικηγόρους, από τη στιγμή που ανέχονται να κάνουν την πιο βαρετή δουλειά του πλανήτη, φυσικά και είναι ήρωες (ειδικά αυτοί στο εξωτερικό, ξέρεις, κρύο, χιόνια, κι αυτοί να λένε μαλακίες σ’ένα δικαστήριο. Τους επαινώ όλους).

  3. βαρεμενος says:

    1)…αληθεια πιστευετε οτι μπορει να βρει κανεις το δικιο του στον κοσμο σημερα χωρις την χρηση του δικηγορου?η απαντηση σας εχει ενδιαφερων2)το βαρεμενος εχει να κανει με τα οσα διαδραματιζονται στο BLOG -διαβαζω με μικρα γραμματα κατι για χρηματοδοτηση στο τελος της σελιδας και ..σκεφτομαι!!!!!!

  4. Θεία Σούλα says:

    1)Δέχομαι προτάσεις για συνέντευξη τηλεφωνικώς, πιθανότατα το τηλέφωνό μου να εγγράφεται στις κυριλέ τουαλέτες της πόλης, ψάξε.
    (+το ενδιαφέρον γράφεται με όμικρον και η φράση “η χρήση του δικηγόρου” είναι αρκετά λανθασμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι ο δικηγόρος δεν είναι χαρτί υγείας).

    2)Αινιγματική απάντηση. Επομένως είτε δε μας συμπαθείς, είτε μας θεωρείς αδικημένους. Συνέχισε να μας διαβάζεις (ειδικά εμένα, γιατί το αξίζω και το ξέρεις) και θα δεις πως τίποτ’ απ’ τα παραπάνω δεν ισχύει.
    (+δυστυχώς κανένας δε μπορεί να κλέψει λεφτά από τη χρηματοδότηση για ιδιωτική χρήση, πράγμα που σκεφτόμουν να πράξω, οπότε λέω σύντομα λέω να την κάνω μ’ελαφρά. Διάβασέ με όσο είναι καιρός).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *