Dubium

Just another WordPress site

Η πολιτική αποχή κι οι προοπτικές της δημοκρατίας


14/09/2015


αποχη1Εν όψει των ερχόμενων εκλογών, και με την δυσαρέσκεια έναντι του υπάρχοντος πολιτικού και κομματικού συστήματος να είναι διάχυτη, μετά και την εγκληματική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να άρει τη λιτότητα και να ανακουφίσει έστω και λίγο τις υποτελείς τάξεις από τη λαίλαπα της νεοφιλελεύθερης προσαρμογής, διαψεύδοντας τις όποιες ελπίδες και δυναμική γέννησαν οι κάλπες του Ιανουαρίου κι ακόμη περισσότερο του Ιουλίου, πολύς κόσμος φαίνεται να επιλέγει ως τρόπο αντίδρασης και διαμαρτυρίας για το αδιέξοδο την αποχή, σε βαθμό που αυτή μπορεί και να αναδειχθεί «πρώτο κόμμα».

Όπως δείχνει κι ο τίτλος του κειμένου, αυτό που θα μας απασχολήσει είναι όχι η αντίκρουση της αποχής εν γένει, αλλά ιδιαίτερα της συνειδητά πολιτικής αποχής, που βασίζεται σε μια συγκεκριμένη και συγκροτημένη ανάλυση του ρόλου και της σημασίας των εκλογών. Συγκεκριμένα, αφορμή  στάθηκε ένα πρόσφατο άρθρο του συντρόφου Ε. Κουφοντίνα, με τίτλο «Αντιεκλογική Διακήρυξη», όπου συνοψίζονται τεκμηριωμένα κάποια βασικά επιχειρήματα υπέρ της αποχής, από τη σκοπιά της επαναστατικής Αριστεράς.

Το πρώτο επιχείρημα αναφέρει ορθά ότι, από αριθμητική άποψη, η αύξηση της αποχής, μειώνοντας τις έγκυρες ψήφους επί των οποίων υπολογίζεται η εκλογική δύναμη των κομμάτων, ενισχύει το ποσοστό κι άρα την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση όλων των συμμετεχόντων σχηματισμών, κι όχι μόνο του πρώτου. Προχωρά, υπογραμμίζοντας επίσης σωστά πως το βασικό πρόβλημα που καθιστά μη αντιπροσωπευτικό το παρόν σύστημα είναι το προκλητικά αντιδημοκρατικό μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα. Ωστόσο, επισημαίνοντας ότι σε αυτές τις εκλογές η ενίσχυση η μη των μεγαλύτερων κομμάτων δεν έχει σημασία, καθώς είναι δεδομένο από τις δημοσκοπήσεις(η εγκυρότητα όμως των οποίων έχει πολλάκις διαψευσθεί στην πράξη), ότι τα πέντε μνημονιακά κόμματα θα συγκεντρώσουν ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αγνοεί το αντικειμενικό γεγονός ότι το μέγεθος της εν λόγω πλειοψηφίας σχετίζεται άμεσα με τη νομιμοποιητική βάση και τη διαδικαστική ευκολία εφαρμογής των μνημονίων, κι επηρεάζει αντιστρόφως ανάλογα τη θεσμική παρουσία, την επιρροή, και τις δυνατότητες παρέμβασης κι ενδυνάμωσης της αριστερής αντιπολίτευσης έναντι της μελλοντικής μνημονιακής συγκυβέρνησης(ΚΚΕ ,ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κτλ). Προς απόδειξη αυτού, αρκεί να σκεφτεί κανείς τη ρύθμιση που συσχετίζει την εκλογική δύναμη με το μέγεθος της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων και τον τηλεοπτικό χρόνο προβολής των θέσεων τους.

Ακολουθεί ένα δεύτερο επιχείρημα, που, αφού σημειώνει πως η πολιτική κι η απολίτικη αποχή συνυπάρχουν, τονίζει ότι στην Ελλάδα της κρίσης, η πολιτική αποχή υπερτερεί σαφώς, αφού λόγω βίαιης κι εκτεταμένης φτωχοποίησης, ο κόσμος δεν έχει την πολυτέλεια να μην ασχολείται με την πολιτική, κι οι σχετικές συζητήσεις έχουν αυξηθεί αλματωδώς. Γνωρίζουμε όμως καλά, ότι η αύξηση αυτών των συζητήσεων δεν σημαίνει απαραίτητα πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου (πολλές από αυτές παραμένουν καφενειακού επιπέδου), καθώς η σημερινή κοινωνία σε μεγάλο βαθμό δε διαθέτει ακόμη την απαραίτητη παιδεία κι ιστορική γνώση που απαιτείται για μια τέτοια αριστερή ριζοσπαστικοποίηση. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί τόσο η δημοφιλία διαφόρων θεωριών συνομωσίας, όσο κι η ραγδαία εκλογική ενίσχυση των νεοναζί της ΧΑ την εποχή των μνημονίων.

Στη συνέχεια, αναπτύσσεται ο εύλογος προβληματισμός, πως είναι δυνατόν αν η αποχή συμφέρει την άρχουσα τάξη, οι εκπρόσωποί της, δια των κυρίαρχων κομμάτων, να καλούν τους πολίτες με κάθε μέσο να ψηφίσουν κάποιο κόμμα. Η απάντηση εδώ είναι η εξής: παρότι η αποχή όντως συμφέρει την άρχουσα τάξη, καθώς σημαίνει απεμπόλιση από το λαό  του μόνου ευρέως χρησιμοποιούμενου, έστω στρεβλού κι ανεπαρκούς, μέσου έκφρασης της βούλησής του, εντούτοις αυτή(η άρχουσα τάξη), αφού δε μπορεί επί του παρόντος να επιβάλλει τα συμφέροντά της με κλασσικά αυταρχικά μέσα(π.χ στρατιωτική δικτατορία), λόγω της αναμενόμενης σφοδρής λαϊκής αντίδρασης ,καταφεύγει στις εκλογές ως μηχανισμό περιοδικού ελέγχου και κατ’ ελάχιστον εξασφάλισης της συναίνεσης της κυριαρχούμενης πλειοψηφίας στα σχέδιά της. Συνεπώς, όπως και ο ίδιος ο σ. Κουφοντίνας παραδέχεται, η συμμετοχή στις εκλογές,  ή η αποχή, δεν είναι πραγματικά επαναστατική, αν δε συνοδεύεται από άλλες μορφές αγώνα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η συμμετοχή είναι τελείως άχρηστη, ούτε βεβαίως ότι όποιος συμμετέχει το κάνει λόγω ψευδαισθήσεων ότι οι εκλογές από μόνες τους αλλάζουν την κοινωνία.

Δύο τελευταία επιχειρήματα, σχετίζονται με το τι προσφέρει η διαδικασία των εκλογών στους κυρίαρχους. Υποστηρίζεται αφενός πως δια των εκλογών το καθεστώς νομιμοποιείται ως τυπικά δημοκρατικό, παρά τις ιεραρχικές κι αυταρχικές όψεις του. Αυτή η διαπίστωση παραγνωρίζει ότι η ειδοποιός διαφορά της μνημονιακής περιόδου από τις προηγούμενες, είναι πως οι αλλαγές που επιφέρει το μνημόνιο είναι τόσο λαομίσητες και πρόδηλα αντικοινωνικές, ώστε η επιβολή τους απαιτεί την παράκαμψη ή την κατάργηση έστω και των στοιχειωδών αστικών ελευθεριών( π.χ διαπόμπευση οροθετικών ιερόδουλων από τον Α. Λοβέρδο) και κοινοβουλευτικών κανόνων και διαδικασιών, όπως γλαφυρά δείχνει η ένταση της κρατικής καταστολής εις βάρος αντιφρονούντων, ο διορισμός της μη εκλεγμένης κυβέρνησης Παπαδήμου το 2011, κι ο ευτελισμός της Βουλής μέσω της κανονικοποίησης των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου από το 2010 και μετά. Άρα, στο νεοφιλελεύθερο καθεστώς έκτακτης ανάγκης όπου η πολιτική γίνεται αντικείμενο τεχνοκρατικής διαχείρισης κι εξαλείφονται ταχύτατα τα όποια ψήγματα δημοκρατίας, τυπικές διαδικασίες όπως οι εκλογές δεν αποτελούν πλέον νομιμοποιητικά εργαλεία για την άρχουσα τάξη, αλλά αντιθέτως ενοχλητικά, αν και ακόμη αναγκαία προσχήματα, τα οποία μπορούν να γίνουν επικίνδυνα, αν βγάλουν «λάθος», μη διαχειρίσιμο αποτέλεσμα.  Η περεταίρω  λοιπόν απαξίωσή τους  με την εκτεταμένη αποχή, βοηθάει τους κυρίαρχους να ξεφορτωθούν ταχύτερα κι ευκολότερα αυτά τα προσχήματα, κι εντείνει τον αυταρχισμό  . Το ίδιο αντεπιχείρημα καταρρίπτει, αφετέρου, και τη θέση ότι, χάρη στις εκλογές, ο λαός μπορεί να παρουσιάζεται ως κυρίαρχος κι άρα συνυπεύθυνος για τις επιλογές των ελίτ, ιδιαίτερα αν προστεθεί σ αυτό  η παραπληροφόρηση κι τρομοκράτηση των πολιτών από τα κόμματα εξουσίας και τα συστημικά ΜΜΕ, προεκλογικά και μετεκλογικά. Για να πεισθεί κι ο πλέον επιφυλακτικός ότι η μετακύλιση ευθυνών απόφασης στο λαό, δια οποιωνδήποτε εκλογικών διαδικασιών, δεν απασχολεί πλέον την άρχουσα τάξη, αρκεί να θυμηθεί την κραυγαλέα μετατροπή του ΟΧΙ στη λιτότητα στο πρόσφατο δημοψήφισμα σε ΝΑΙ, από την «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Κλείνοντας, πιστεύω πως η αποχή από τις εκλογές, ακόμη κι όταν είναι τεκμηριωμένη και πολιτικά συνειδητή σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, όπως αυτή που υποδεικνύει ο σ. Κουφοντίνας, σε αυτή τη συγκυρία εξυπηρετεί την άρχουσα κι όχι τις υποτελείς τάξεις. Η αστική δημοκρατία κι ο κοινοβουλευτισμός είναι πλέον ιστορικά ξεπερασμένα, κι οφείλουμε να αγωνιστούμε με κάθε μέσο για την υλοποίηση του οράματος μιας κοινωνίας ισότητας κι ελευθερίας, ουσιαστικά δημοκρατικής, πέρα από τις στρεβλώσεις της αντιπροσώπευσης. Βρισκόμαστε στην κρίσιμη εκείνη καμπή όπου το παλιό έχει πεθάνει και το νέο δεν έχει ακόμη γεννηθεί, και στη μεταβατική αυτή φάση όλα τα όπλα είναι κρίσιμα, ακόμα κι αυτά που φέρουν την απαξιωμένη σφραγίδα του παλιού, όπως η ψήφος στις αστικές εκλογές. Η τακτική ευελιξία και η χρήση όλων των διαθέσιμων όπλων είναι απαραίτητη, προκειμένου η Αριστερά και το λαϊκό κίνημα να νικήσει τη διαφαινόμενη εδώ κι αρκετά χρόνια σε Ελλάδα κι Ευρώπη αντιδραστική συμμαχία της αστικής Δεξιάς με τους φασίστες.

Ραφαήλ Παπαδόπουλος


Facebooktwittergoogle_plusmail

Δες και αυτό


Σχόλια για το “Η πολιτική αποχή κι οι προοπτικές της δημοκρατίας


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *